- βαφτιστικός
- και βαπτιστικός, -ή, -ό (Μ βαπτιστικός, -ή, -όν)1. αυτός που ανήκει στη βάφτιση ή έχει σχέση με το βάφτισμα («το βαφτιστικό όνομα», «βαφτιστικά ρούχα»)2. (το αρσ. ή το θηλ. ως ουσ.) ο βαφτισιμιός, ο αναδεκτόςνεοελλ.1. το ουδ. ως ουσ. βαφτιστικό, τοα) το πιστοποιητικό που εκδίδει ο ιερέας μετά τη βάφτισηβ) το βιβλίο του ναού στο οποίο καταγράφονται οι βαπτίσεις2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) βαφτιστικά, ταα) τα ενδύματα του νηπίου τα οποία προσφέρει ο ανάδοχος κατά τη βάφτισηβ) η αμοιβή ή το φιλοδώρημα για τον ιερέα και τον ψάλτη3. το αρσ. ως ουσ. Ο Βαπτιστικόςτίτλος οπερέτας του θ. Σακελλαρίδη.[ΕΤΥΜΟΛ. Το νεοελλ. βαφτιστικός < μσν. βαπτιστικός < βαπτίζω].
Dictionary of Greek. 2013.